Στις εννιά κλείνει το ρολό: Μια μέρα στο τελευταίο μπακάλικο της γειτονιάς
Στις επτά και μισή το πρωί, η γειτονιά κοιμάται ακόμα. Το ρολό ανεβαίνει με τον ίδιο θόρυβο εδώ και σαράντα δύο χρόνια, και από την πόρτα μυρίζει πρώτα ο καφές και μετά το σαπούνι από τα ράφια. Ο Στάθης, 63 ετών, ανάβει τα φώτα και βάζει στη θέση τους τα τενεκέδες που μετακίνησε χθες βράδυ για το σκούπισμα. Η κόρη του, η Ελένη, 34 ετών, κατεβαίνει τα σκαλιά με το κινητό στο χέρι — ελέγχει αν ήρθαν παραγγελίες από την εφαρμογή που έφτιαξε πέρυσι, με τη βοήθεια ενός ανιψιού που σπούδασε πληροφορική.
Αυτό είναι το τελευταίο μπακάλικο της περιοχής. Κυριολεκτικά: σε ακτίνα τριακοσίων μέτρων λειτουργούν δύο σούπερ μάρκετ και τουλάχιστον πέντε πλατφόρμες παράδοσης σπιτιού. Και όμως, στις εννιά το βράδυ, όταν πέφτει το ρολό, η γειτονιά χάνει κάτι που κανένα λογιστικό φύλλο δεν αποτιμά πλήρως.
Το πρωί ανήκει στους τακτικούς
Ο πρώτος πελάτης μπαίνει στις οκτώ παρά κάτι. Ο κύρης Μανώλης, συνταξιούχος ναυτικός, δεν χρειάζεται να πει τι θέλει. «Τα ίδια, Στάθη;» «Τα ίδια, Μανώλη». Δύο παξιμάδια, ένα τυρί σε φέτες από το κομμάτι που κόβεται στο χέρι, και δέκα λεπτά κουβέντα για τον καιρό και τα εγγόνια. Η Ελένη μετράει αργότερα στο τετράδιο: ο κύρης Μανώλης έφερε σήμερα τριάντα ευρώ τζίρο. Το ίδιο ακριβώς θα έφερνε και μια παραγγελία σαράντα ευρώ από το σούπερ μάρκετ απέναντι. Η διαφορά είναι ότι εδώ η παραγγελία συνοδεύεται από ιστορία.
Μέχρι το μεσημέρι θα περάσουν είκοσι περίπου άνθρωποι. Η γιαγιά Κατίνα που παίρνει πάντα «λίγο ρύζι, σε παρακαλώ, μη μου βάζεις κιλό». Ο νεαρός από το διαμέρισμα απέναντι που ξέχασε λάδι και έτρεξε στις έντεκα, λίγο πριν βγει η βίδα της δουλειάς. Ο καθένας με το δικό του σενάριο, και το μπακάλικο λειτουργεί σαν σκηνικό που αλλάζει ηθοποιούς αλλά κρατάει το ίδιο σενάριο.
Τα νούμερα που δεν βγαίνουν — και κάπως βγαίνουν
Το απόγευμα, στην πίσω κουζίνα του καταστήματος, η Ελένη ανοίγει το τετράδιο με τους τίτλους. Δεν υπάρχει κάποιο εξεζητημένο λογιστικό πρόγραμμα· υπάρχει ένα σχολικό τετράδιο με τετράγωνα και μια στήλη για έξοδα, μια για έσοδα. Ο τζίρος μιας καλοκαιρινής μέρας στέκεται γύρω στα διακόσια ευρώ. Μετά αφαιρούνται τα ενοίκια, το ρεύμα, τα ψυγεία που τρώνε ρεύμα διπλά, οι προμηθευτές. Το υπόλοιπο μοιράζεται, όταν υπάρχει, σε δύο τσέπες.
«Δεν το κρατάμε για το χρήμα», λέει ο Στάθης και γελάει με τον τρόπο που γελάνε οι άνθρωποι όταν έχουν ξαναπεί την ίδια ατάκα εκατό φορές. «Το κρατάμε γιατί αν κλείσει εμείς, δεν θα ξανανοίξει άλλο». Η Ελένη συμπληρώνει κάτι που ακούγεται πιο αποφασιστικά: «Εγώ είχα δουλέψει σε γραφείο στην Αθήνα. Εδώ δουλεύω περισσότερες ώρες και παίρνω λιγότερα. Αλλά ξέρω το όνομα κάθε πελάτη. Στο γραφείο ήμουν ένα νούμερο σε ένα όροφο».
Η γειτονιά απαντά με πράξεις
Πέρυσι, όταν ανέβηκε το ενοίκιο και ακούστηκε ότι ίσως έρθει το τέλος, η γειτονιά δεν οργάνωσε συλλογή υπογραφών. Έκανε κάτι πιο απλό: πήρε τηλέφωνο. Ζήτησε απ' ευθείας από το μπακάλικο τα ψώνια των Χριστουγέννων, τα τραπέζια της Ανάστασης, τα κρασιά των γιορτών. Κάποιοι έφεραν και νέους γείτονες που μόλις είχαν νοικιάσει — «για να ξέρεις πού θα πας όταν τελειώσει το βενζινάδικο».
Το μπακάλικο έμαθε να προσαρμόζεται. Δέχεται παραγγελίες μέσω μηνύματος, κρατάει «προϊόντα γειτονιάς» από μικρούς παραγωγούς — μέλι, θυμαρίσιο θυμάρι, μια τοπική μαρμελάδα που φτιάχνει η κυρά-Σοφία — και έχει γίνει ενδεχομένως το τελευταίο σημείο στην περιοχή που πουλάει πράγματα σε χύμα, με το ζύγι του παλιού μπρούντζινου ζυγού.
Τι χάνεται όταν πέφτει το ρολό
Το βράδυ, στις εννιά ακριβώς, το ρολό κατεβαίνει. Ο Στάθης σβήνει τα φώτα του πάγκου, η Ελένη κλειδώνει το ταμείο. Στο δρόμο, τα φώτα του σούπερ μάρκετ απέναντι καίγονται ακόμα για δύο ακόμη ώρες, και το delivery τρέχει μέχρι τα μεσάνυχτα.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι το μπακάλικο ανταγωνίζεται σε τιμές ή σε ποικιλία. Αυτό που προσφέρει δεν είναι ανταγωνιστικό προϊόν, είναι κάτι άλλο: ένα σημείο όπου σε φωνάζουν με το όνομά σου, όπου η παραγγελία σου κρατιέται αν ξεχάσεις το πορτοφόλι, όπου τα νέα της πολυκατοικίας τα μαθαίνεις πριν τα μάθει η εφημερίδα. Όταν αυτό κλείσει — και κάποια στιγμή, όταν έρθει η ώρα, θα κλείσει — η γειτονιά θα κερδίσει δύο ώρες περισσότερο σούπερ μάρκετ και θα χάσει κάτι που δεν αντικαθίσταται.
Μέχρι τότε, όμως, κάθε πρωί στις επτά και μισή, το ρολό ανεβαίνει. Και η γειτονιά, χωρίς να το ομολογεί, στηρίζεται πάνω σε αυτό.