Πέντε αυλές, πέντε αφηγήσεις: Περίπατος στα σοκάκια που κρατούν τη γειτονιά
Νοέμβρης στη γειτονιά. Το χώμα μυρίζει βρεγμένο, οι πόρτες μένουν λίγο πιο ανοιχτές και οι αυλές γίνονται πάλι σκηνικό συζητήσεων. Δεν χρειάζεται χάρτης για να τις βρεις· αρκεί να περπατήσεις αργά στα σοκάκια της Almissa και να αφουγκραστείς. Πέντε αυλές, πέντε ιστορίες. Ούτε μουσεία ούτε αναπαραστάσεις· ζωντανά δωμάτια μιας γειτονιάς που αλλάζει, αλλά κρατά τη φωνή της.
Η αυλή με τη λεμονιά και το πηγάδι
Στο πρώτο στενό, πίσω από μια σιδερένια πόρτα που τρίζει, η κυρά Βαγγελιώ ποτίζει τη λεμονιά της. «Τη φύτεψε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή», λέει. «Κάθε χρόνο τέτοιον καιρό μαζεύαμε τα λεμόνια και τα μοιράζαμε στη γειτονιά. Τώρα έρχονται εκείνοι που τα ζητούν». Το πηγάδι στην άκρη της αυλής δεν δίνει πια νερό, αλλά η κυρά Βαγγελιώ δεν το κλείνει. «Εδώ έπλεναν τα σεντόνια οι γυναίκες, εδώ λέγανε τα νέα τους». Η αυλή της φιλοξενεί ακόμη το τραπέζι της γιορτής της Παναγιάς, με λίγα γλυκά και πολύ κουβέντα. «Δεν είναι το φαγητό, είναι που βρισκόμαστε», λέει και γελάει.
Η αυλή με την κληματαριά και το τσίπουρο
Λίγο πιο κάτω, ο κύριος Μιχάλης έχει μια κληματαριά που σκεπάζει σχεδόν όλη την αυλή. Τον Οκτώβρη, όταν τελειώνει ο τρύγος, η αυλή γεμίζει κόσμο. «Παλιά βράζαμε τσίπουρο εδώ, σε ένα καζάνι δανεικό. Τώρα το κρασί το φτιάχνουμε παρέα, αλλά η συνήθεια έμεινε», λέει. Οι γείτονες φέρνουν ψωμί, τυρί και ελιές. Κάποιος φέρνει το μπουζούκι, κάποιος θυμάται μια μαντινάδα. «Η αυλή δεν είναι δική μου. Είναι όλων όσοι περνάνε», λέει ο κύριος Μιχάλης. Το καζάνι δεν υπάρχει πια, αλλά η μυρωδιά του φθινοπώρου μένει στα τούβλα.
Η αυλή με το χαμομήλι και τα παιδιά
Στην τρίτη στάση, η αυλή μυρίζει χαμομήλι. Η Ράνια μετακόμισε στη γειτονιά πριν από πέντε χρόνια και βρήκε έναν χώρο με τσιμέντο. «Έβαλα παρτέρια όπου μπορούσα. Τα παιδιά έμαθαν να ποτίζουν, οι γονείς άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους». Τα απογεύματα γεμίζει με ποδήλατα, μπάλες και φωνές. «Η αυλή είναι το πρώτο σημείο όπου γνωρίζεσαι με τον γείτονα», λέει. Κάποιοι παλιοί κάτοικοι θυμούνται ότι εδώ κάποτε άπλωναν τα ρούχα. Τώρα απλώνουν ιστορίες. «Όταν πρωτοήρθα, δεν ήξερα κανέναν. Σήμερα ξέρω ποιος θέλει βοήθεια με τα ψώνια», λέει η Ράνια.
Η αυλή με το γιασεμί και το σιδερένιο τραπέζι
Παρακάτω, μια αυλή μικρή, σχεδόν κρυφή. Ένα γιασεμί σκαρφαλώνει στον τοίχο και ένα σιδερένιο τραπέζι στέκει στη μέση. Εδώ σύχναζε ο θείος Στέλιος, που έφυγε πριν από δύο χρόνια. Η γυναίκα του, η κυρία Ασπασία, αφήνει ακόμη μια καρέκλα αδειανή. «Εδώ καθόταν και έλεγε ιστορίες για τα παλιά. Τα βράδια μαζεύονταν τρεις-τέσσερις και η αυλή γινόταν καφενείο», θυμάται. Στο τραπέζι γίνονταν συμφωνίες για γιορτές, για δανεικά, για το πώς θα βοηθηθεί μια οικογένεια. «Τώρα έρχονται τα εγγόνια του και παίζουν χαρτιά. Το γιασεμί ανθίζει κάθε Μάη», λέει. Κανείς δεν έχει αλλάξει το τραπέζι.
Η αυλή με την ελιά και το παλιό θρανίο
Η τελευταία αυλή έχει μια ελιά στη γωνία και ένα ξύλινο σχολικό θρανίο κάτω από τη σκιά της. Η κυρία Ελένη, συνταξιούχος δασκάλα, το κρατά για τα παιδιά της γειτονιάς. «Ένα καλοκαίρι έφερα το θρανίο από το παλιό σχολείο και αρχίσαμε να διαβάζουμε. Μετά ήρθαν και οι μαμάδες, μου έφερναν καφέ», λέει. Στην αυλή ακούγονται λέξεις της διαλέκτου που τα παιδιά δεν ξέρουν. «Τους μαθαίνω πώς λέγανε τη βρύση, το καλάθι, το ψωμί», εξηγεί. Η ελιά φυτεύτηκε όταν γεννήθηκε ο εγγονός της. «Κάθε χρόνο μαζεύουμε τις ελιές παρέα. Δεν βγάζουμε λάδι για πώληση, βγάζουμε για το τραπέζι», λέει. Η αυλή μυρίζει χώμα και μολύβι.
Αυλές που δεν τελειώνουν
Ο περίπατος τελειώνει, αλλά οι αυλές μένουν ανοιχτές. Δεν είναι σκηνικά για φωτογραφίες· είναι χώροι όπου η γειτονιά θυμάται, μαλώνει, γελάει και συνεχίζει. Κάποιες άλλαξαν, κάποιες έμειναν ίδιες. Όλες όμως κρατούν μια συνήθεια: το άνοιγμα της πόρτας. Αν έχεις κι εσύ μια ιστορία από αυλή της Almissa, γράψε μας. Η γειτονιά έχει χώρο για ακόμη μία αφήγηση.