Το ταχυδρομείο της μνήμης: Όταν οι επιστολές της ξενιτιάς ξαναδιαβάστηκαν φωναχτά
Photo: Asahel Curtis, Public domain, via Wikimedia Commons
Το μπαούλο έφτασε στη γειτονιά ένα απόγευμα Τρίτης, δεμένο με σκοινί και μυρίζοντας καμφορά. Δεν ήταν μεγάλο. Ίσα που χωρούσε ένα σεντόνι, δύο ζευγάρια παπούτσια και έναν κόσμο ολόκληρο. Μέσα του, δεμένες με λαστιχάκια που είχαν ξεθωριάσει, περίμεναν επιστολές από την Αυστραλία και τη Γερμανία. Οι φάκελοι είχαν πάνω τους γραμματόσημα άλλης εποχής και διευθύνσεις γραμμένες με μολύβι, σαν να ήθελε κάποιος να μπορεί να τις σβήσει αν άλλαζε γνώμη.
Ο Κύκλος Almissa παρέλαβε το μπαούλο από μια οικογένεια που προτίμησε να μην κρατήσει το όνομά της μακριά από τη δημοσιότητα. «Ας μιλήσουν τα γράμματα», είπαν. Και μίλησαν. Όχι όλα με τον ίδιο τρόπο. Άλλα με μεγάλα, στρογγυλά γράμματα και άλλα με μια καλλιγραφία που έτρεμε στο τέλος της σελίδας. Κάποια είχαν σταγόνες από νερό, άλλα είχαν μικρές τρύπες στις άκρες, σαν να τα είχε διαβάσει πολλές φορές το ίδιο χέρι.
Το μπαούλο που μύριζε καμφορά
Η πρώτη δημόσια ανάγνωση έγινε στην αυλή του παλιού σχολείου, με καρέκλες δανεικές και ένα τραπέζι που είχε πάνω του ένα καραφάκι νερό. Δεν ήταν βραδιά θεάτρου. Ήταν περισσότερο σαν βραδιά γειτονιάς, με κόσμο που ερχόταν και έφευγε, με παιδιά που έπαιζαν στην άκρη και με ηλικιωμένους που αναγνώριζαν ονόματα. Όταν διαβάστηκε η πρώτη επιστολή, κάποιος είπε «αυτό το έλεγε και η μάνα μου» και γέλασε. Μετά σώπασε.
Οι επιστολές δεν ήταν όλες χαρούμενες. Μιλούσαν για δουλειά στα εργοστάσια, για νοίκια, για κρύο, για φαγητά που δεν έβρισκαν. Μιλούσαν και για λεφτά που στέλνονταν πίσω με το ταχυδρομείο, τυλιγμένα σε χαρτί εφημερίδας. Κάποιες είχαν μέσα φωτογραφίες μικρές, σαν σηματάκια, με ανθρώπους να στέκονται μπροστά σε ένα αυτοκίνητο ή έξω από ένα σπίτι με κήπο. Πίσω από τη φωτογραφία, μια λέξη: «εδώ». Τίποτα άλλο.
Τρεις οικογένειες, τρεις σιωπές
Η οικογένεια Καραγιάννη κράτησε τα γράμματα του παππού από τη Μελβούρνη. Ο παππούς έγραφε κάθε μήνα, αλλά τα γράμματα που σώθηκαν είναι μόνο έντεκα. Τα υπόλοιπα χάθηκαν σε μετακομίσεις. Η εγγονή του, η Ρηνιώ, θυμάται ότι στο σπίτι δεν μιλούσαν πολύ για εκείνη την περίοδο. «Ξέραμε ότι ήταν Αυστραλία. Ξέραμε ότι έστελνε λεφτά. Δεν ξέραμε ότι πλήρωνε νοίκι σε ένα δωμάτιο με άλλους πέντε», λέει. Σε ένα γράμμα του 1961, ο παππούς γράφει: «Μη στεναχωριέστε. Εδώ έχει ήλιο. Έχει και μοναξιά, αλλά ο ήλιος είναι δωρεάν». Η Ρηνιώ λέει πως όταν το διάβασε φωναχτά, κατάλαβε γιατί ο πατέρας της δεν ήθελε να το συζητά.
Η οικογένεια Βλάχου έχει γράμματα από τη Γερμανία. Ο Γιώργης έφυγε το 1964 και έμεινε έξι χρόνια. Οι επιστολές του είναι πιο σύντομες, πιο πρακτικές. Μιλούν για βάρδιες, για ένα ζευγάρι μπότες, για το κρύο που «μπαίνει στα κόκαλα». Σε μία από αυτές, γράφει στη γυναίκα του: «Μην ανησυχείς για τα ρούχα. Θα σου στείλω του χρόνου». Δεν πρόλαβε. Τα ρούχα ήρθαν, αλλά εκείνος γύρισε αργότερα από ό,τι περίμενε. Η κόρη τους, η Ελένη, λέει ότι το πιο δύσκολο γράμμα είναι εκείνο που δεν στάλθηκε ποτέ. Βρέθηκε στο μπαούλο, διπλωμένο, χωρίς φάκελο. Έλεγε μόνο: «Σήμερα είδα ένα κορίτσι που σου έμοιαζε».
Η τρίτη οικογένεια, του Σταύρου, κράτησε φωτογραφίες και ένα τετράδιο με λογαριασμούς. Ο Σταύρος έφυγε για την Αυστραλία το 1957 και δεν γύρισε ποτέ μόνιμα. Τα γράμματά του είναι τα πιο πολλά, αλλά και τα πιο δύσκολα στην ανάγνωση. Η γραφή του μικρή, οι λέξεις κολλημένες. Σε ένα σημείο γράφει: «Δεν ξέρω αν κάνω καλά που μένω. Δεν ξέρω αν κάνω καλά που δεν γυρίζω». Κανείς στην οικογένεια δεν ήξερε ότι είχε γράψει κάτι τέτοιο. Η ανιψιά του, η Μαρία, λέει πως όταν το άκουσε, κατάλαβε ότι η μετανάστευση δεν ήταν μια απόφαση. Ήταν μια σειρά από μικρές σιωπές.
Τα λόγια που γράφτηκαν και εκείνα που έμειναν απέξω
Οι επιστολές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λένε πολλά για το ταξίδι και λίγα για τον αποχαιρετισμό. Σχεδόν καμία δεν περιγράφει τη στιγμή που έκλεισε η πόρτα. Μιλούν για τον καιρό, για τη δουλειά, για την υγεία. Ρωτούν για τα παιδιά, για τη σοδειά, για το σπίτι. Κάποιες στέλνουν χαιρετίσματα σε ονόματα που σήμερα δεν υπάρχουν πια. Κάποιες ζητούν συγγνώμη για κάτι που δεν εξηγούν.
Ο Κύκλος Almissa αποφάσισε να μη «διορθώσει» τίποτα. Οι επιστολές θα ψηφιοποιηθούν όπως είναι, με τα ορθογραφικά τους λάθη, με τις μουντζούρες, με τις λέξεις που κόπηκαν στη μέση γιατί τελείωσε το χαρτί. Η ιδέα είναι να μπορεί κάποιος να τις διαβάσει χωρίς να χρειάζεται να τις αγγίξει. «Δεν θέλουμε να τις κάνουμε μουσείο. Θέλουμε να τις κρατήσουμε ζωντανές», λέει ένα μέλος της ομάδας. Γι' αυτό και η ανάγνωση γίνεται φωναχτά. Ο ήχος της φωνής προσθέτει αυτό που το χαρτί δεν μπορεί: την παύση, τον κόμπο στον λαιμό, το γέλιο που έρχεται απρόσμενα.
Από το χαρτί στην οθόνη, χωρίς να χαθεί ο ήχος
Η ψηφιοποίηση ξεκίνησε τον Οκτώβριο και θα συνεχιστεί όλο τον χρόνο. Οι επιστολές σκανάρονται σε υψηλή ανάλυση, καταγράφονται σε ένα αρχείο και ανεβαίνουν σε ειδική σελίδα του almissa.org, με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα. Όποια οικογένεια θέλει, μπορεί να κρατήσει την επιστολή κλειστή για το κοινό για όσο χρειαστεί. Οι δημόσιες αναγνώσεις θα γίνονται μία φορά τον μήνα, στο καφενείο ή στην αυλή, ανάλογα με τον καιρό. Η επόμενη είναι προγραμματισμένη για τις 22 Νοεμβρίου, με θέμα «Γράμματα που δεν πρόλαβαν να διαβαστούν».
Η πρωτοβουλία δεν αφορά μόνο τις οικογένειες που έφυγαν. Αφορά και εκείνες που έμειναν. Οι επιστολές δεν είναι μόνο ιστορίες από μακριά. Είναι και ιστορίες από εδώ, από τη γειτονιά που περίμενε, που μετρούσε τα γράμματα, που ρωτούσε τον ταχυδρόμο αν είχε κάτι. Κάποιος θυμήθηκε ότι ο ταχυδρόμος περνούσε κάθε Τρίτη και ότι η μάνα του έβαζε καφέ να τον κεράσει. «Ήξερε τα ονόματα όλων», είπε. «Και ήξερε ποιος περίμενε γράμμα.»
Φέρτε τα δικά σας γράμματα
Ο Κύκλος Almissa καλεί όσους έχουν στο σπίτι τους επιστολές, φωτογραφίες ή χαρτιά από εκείνη την εποχή να τα φέρουν. Δεν χρειάζεται να είναι σε καλή κατάσταση. Δεν χρειάζεται να είναι πολλά. Ένα γράμμα αρκεί για να ανοίξει μια κουβέντα. Μπορείτε να τα στείλετε με μήνυμα στη σελίδα του Κύκλου ή να τα φέρετε στην επόμενη ανάγνωση. Αν δεν θέλετε να τα δώσετε, μπορείτε απλώς να τα διαβάσετε εσείς. Η φωνή σας είναι εξίσου σημαντική με το χαρτί.
Το μπαούλο θα μείνει στη γειτονιά. Δεν θα πάει σε αποθήκη. Θα είναι εκεί, ανοιχτό, στην επόμενη συνάντηση, με μια καρέκλα δίπλα του για όποιον θέλει να καθίσει και να διαβάσει. Όπως είπε κάποιος στο τέλος της βραδιάς: «Τα γράμματα δεν είναι για να τα κρατάμε. Είναι για να τα λέμε». Και αυτό ακριβώς κάνει ο Κύκλος Almissa: τα λέει. Με τη φωνή της γειτονιάς, με τις παύσεις της, με τις λέξεις που δεν γράφτηκαν ποτέ αλλά ακούγονται ακόμα.